Εισαγωγικά..

Ο εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης των συνολικών οφειλών μιας επιχείρησης με σκοπό την επιστροφή της στην κερδοφορία.Η υποβολή αιτήσεων για την ένταξη στον Εξωδικαστικό Μηχανισμό Ρύθμισης Οφειλών Επιχειρήσεων (Νόμος 4469/17) ξεκίνησε από τις 3 Αυγούστου 2017 και θα διαρκέσει μέχρι 31/12/2018. Ο Νόμος αποτελεί ένα πολύ ευνοϊκό πλαίσιο για επιχειρήσεις που θέλουν να συνεχίσουν να δραστηριοποιούνται σε ένα πλαίσιο ρυθμίσεων που γίνεται ολοένα και αυστηρότερο.

Συνοπτικά, ο οφειλέτης καταθέτει αίτηση με όλα τα στοιχεία της εταιρείας, μια πρόταση αποπληρωμής και ένα πλάνο βιωσιμότητας και μετά από μια διαδικασία διαπραγμάτευσης με τους δανειστές, καθοριστικό ρόλο στην οποία παίζει ο εμπειρογνώμονας, καθορίζεται μια συνολική ρύθμιση για όλες τις υποχρεώσεις του.

Με την ένταξη του στο νόμο ο οφειλέτης πετυχαίνει διαγραφή όλων των τόκων υπερημερίας στις τράπεζες, διαγραφή των προστίμων & προσαυξήσεων στο Δημόσιο, πάγωμα των τόκων στο Δημόσιο και ρύθμιση σε 120 δόσεις, δυνατότητα επιπλέον διαγραφής και ευνοϊκής ρύθμισης με τις τράπεζες, και λοιπών ιδιωτών πιστωτών – προμηθευτών (περιλαμβάνονται οφειλές σε εταιρείες κινητής και σταθερής τηλεφωνίας, ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ, κλπ.)

 

Εξωδικαστικός μηχανισμός: Ο ρόλος του εμπειρογνώμονα

Η ρύθμιση οφειλών στα πλαίσια του Εξωδικαστικού Μηχανισμού (Ν.4469/2017), περιέχει ορισμένους υποχρεωτικούς κανόνες (άρθρο 9).

Βασική προϋπόθεση είναι η τήρηση της αρχής της μη χειροτέρευσης της θέσης των πιστωτών σε σχέση με το τι θα ελάμβαναν σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης creditors worse off principle).

Η σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών δεν είναι έγκυρη σε περίπτωση που δεν τηρηθούν οι υποχρεωτικοί κανόνες του άρθρου 9 ακόμα και αν υπάρχει σχετική συμφωνία των πιστωτών. Στην περίπτωση που καταρτιστεί μια τέτοια σύμβαση απορρίπτεται στο δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 12 § 6α.

Ο ρόλος του εμπειρογνώμονα είναι καθοριστικός για την έκβαση της πρότασης ρύθμισης, καθώς η μελέτη που τη συνοδεύει πρέπει να είναι επαρκώς τεκμηριωμένη και εμπεριέχει αρκετά σύνθετους, από τεχνικής άποψης, υπολογισμούς. Ο Νόμος προβλέπει υποχρεωτικό διορισμό εμπειρογνώμονα για τις μεγάλες επιχειρήσεις*, ενώ προαιρετικός αλλά μάλλον απαραίτητος είναι ο διορισμός του και στις μικρές επιχειρήσεις.

Η μελέτη πρέπει να περιλαμβάνει συγκεκριμένα στάδια, για να κριθεί εάν ο πιστωτής έρχεται ή όχι σε χειρότερη οικονομική θέση με τη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών και υπολογίζεται το ελάχιστο ποσό που αναλογεί σε κάθε  πιστωτή ως ακολούθως:

1) Υπολογίζεται η αξία ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης – οφειλέτη

2) Αντίστοιχα, υπολογίζεται η αξία ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων των συνοφειλετών που ευθύνονται απέναντι των πιστωτών καθώς και τρίτων προσώπων, σε περιουσιακά στοιχεία των οποίων έχει εγγραφεί εξασφάλιση υπέρ πιστωτή.

3) Εν συνεχεία, υπολογίζεται το ποσοστό επί της ανωτέρω υπολογιζόμενης αξίας ρευστοποίησης που αντιστοιχεί στον πιστωτή ανάλογα με το είδος της εμπράγματης ή μη εξασφάλισης που έχει επ’ αυτού σύμφωνα με την εφαρμογή των κανόνων του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Το ποσό που προκύπτει από την ανωτέρω διαδικασία είναι το ελάχιστο ποσό (σε παρούσα αξία) που πρέπει να οριστεί ανά πιστωτή στη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών ώστε να είναι σε ισχύ η αρχή της μη χειροτέρευσης.Σε δεύτερη φάση πρέπει να τεκμηριωθεί η βιωσιμότητα της ρύθμισης, που σημαίνει ότι πρέπει να εκπονηθεί μία προϋπολογιστική μελέτη για όσα χρόνια ρυθμίζονται οι οφειλές, που θα καταδεικνύει την ικανότητα του οφειλέτη να δημιουργήσει τις απαιτούμενες ελεύθερες ταμειακές ροές, που σε παρούσα αξία ανέρχονται τουλάχιστον στο προαναφερθέν ελάχιστο ποσό.

* Ως «µεγάλες επιχειρήσεις» νοούνται όσες, κατά την τελευταία χρήση πριν από την υποβολή της αίτησης σύµφωνα µε το άρθρο 4, είχαν κύκλο εργασιών µεγαλύτερο από δύο εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες (2.500.000) ευρώ ή έχουν κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης συνολικές υποχρεώσεις (ληξιπρόθεσμες ή µη) υψηλότερες από δύο εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ.

Δείτε τον υπολογιστή
επιλεξιμότητας